Conte d’été

Αυτές ήταν οι πρώτες φωτογραφίες που έβγαλα: Μητέρα και έφηβος γιος στην παραλία της Κρύας Βρύσης στην Εύβοια. Κοιτάζουν το σύμπλεγμα των Βόρειων Σποράδων, κατά πάσα πιθανότητα τη Σκόπελο. Εκείνη καπνίζει και μιλάει στο κινητό, εκείνος κοιτάζει τη γραμμή του ορίζοντα και έχει μια στάση, εφηβική, που μοιάζει κάπως με σφιγμένη γιόγκα. Λίγα χιλιόμετρα πιο μέσα, δύο ποταμοί, ο Νηλέας κι ο Κηρέας, ενώνονται και από την ένωση προκύπτει ο Βούδουρος, που εκβάλλει στο Αιγαίο. Φερτά ξύλα, ξυλαράκια, αλλά και ολόκληροι κορμοί που κατεβάζει ο ποταμός συγκεντρώνονται στην παραλία, σχηματίζοντας αυτό: μια εικόνα «νεκροταφείου δέντρων». Κάποιοι κορμοί μοιάζουν με δράκους που αναπαύονται στην άμμο, άκακοι πια. Στο πλάι τους ή και επάνω τους, λουόμενοι σκαρφαλώνουν, φωτογραφίζονται, οργανώνουν αυτοσχέδια καταλύματα που γεμίζουν με μουσική, νεο-έντεχνα τραγούδια όλο θράσος, από το Spotify. Θα έλεγες ότι έτσι τους καθυποτάσσουν, τους κατακτούν.

Τρεις μέρες πριν απ’ αυτές τις φωτογραφίες είχα ξυπνήσει μετά από έναν ύπνο δώδεκα ωρών. Σαν reset ήταν. Τέλη Ιουλίου το σύστημά μου ήταν ταλαιπωρημένο, η μπαταρία έπνεε τα λοίσθια και, μ’ αυτόν τον ύπνο, επανήλθε επιτέλους στις εργοστασιακές του ρυθμίσεις. Ήταν πολύ βαθύς και γλυκός. Κι ας είχε καταιγίδα όλη τη νύχτα. Καλοκαιριάτικα. Είχε ξεκινήσει όταν περίπου έφτανα στον προορισμό μου. Ήμουν τόσο ψόφιος που δεν μπορούσα να νοιαστώ για το τι γινόταν έξω. Καληνύχτισα από τις εννέα το βράδυ. Παραδόθηκα αμέσως στην αγκαλιά του Μορφέα και τα άκουγα όλα αυτά σαν soundtrack κάποιου ονείρου μου: την καταιγίδα μαζί με τις ομιλίες και τα γέλια των υπολοίπων που βρίσκονταν σ’ εκείνο το σπίτι στην εξοχή. Έξω γινόταν χαμός κι εγώ κοιμόμουν. Ήταν το βράδυ της Παρασκευής, 24ης Ιουλίου. Κάποιοι άλλοι ίσως, πιο μακριά στην ύπαιθρο, να υπέφεραν απ’ αυτόν τον κατακλυσμό. Στο κέντρο της Αθήνας πάλι, η καθιερωμένη δεξίωση για την 52η επέτειο από την Αποκατάσταση της Δημοκρατίας πραγματοποιήθηκε εντός του Προεδρικού Μεγάρου και όχι στον κήπο, εξαιτίας της βροχής. Κι εγώ εδώ, κοιμόμουν σε μια εξοχή της κεντρικής Εύβοιας. Αποκατάσταση το λες κι αυτό.
Όταν ξύπνησα, ήταν πια Σάββατο. Με τον καφέ έπιασα τη δουλειά που έπρεπε να τελειώσω, κάποιες βινιέτες για ένα βιβλίο με θέμα την Αίγινα που θα κυκλοφορήσει σύντομα από τις Εκδόσεις Καλέντη. Γύρω μου, πρωινή, πολιτισμένη ατμόσφαιρα, με υπόκρουση τις σονάτες του Μότσαρτ από το λάπτοπ και τις προτροπές να παρακολουθήσω ένα βιντεάκι με την ανεπανάληπτη ερμηνεία της Λυδίας Φωτοπούλου στη «Γκόλφω» του Νίκου Καραθάνου, από το μακρινό 2013. Στον φούρνο ψήνονταν τα γεμιστά. Πολιτισμένα ή και όχι, πάντως νόστιμα. Έξω, ο χθεσινός χαμός είχε ξεπλύνει τα πάντα και είχε αρχίσει πάλι αυτή η κολλώδης ζέστη, μαζί με τα αιώνια τζιτζίκια του ελληνικού καλοκαιριού, που κρατάει μέχρι και τον Οκτώβριο πολλές φορές. Ένα καλοκαίρι που ήδη, από τα μέσα Ιουλίου, μας έχει κουράσει και το έχουμε βαρεθεί πια να το ερμηνεύουμε με ποιητικές εικόνες. Και θέλουμε να φεύγει όσο πιο γρήγορα γίνεται. Αλλά δεν φεύγει.

Μα το καλοκαίρι στην Εύβοια, αν εξαιρέσεις τη βία της ανθρώπινης παρέμβασης στα χωριά και στις λουτροπόλεις, τα ημιτελή, με υλικά άλλα αντ’ άλλων, κτίρια και τις κάθε λογής ταμπέλες, έχει τουλάχιστον κάτι από τα παλιά καλοκαίρια, τουλάχιστον όπως τα θυμάμαι εγώ. Ή, μάλλον, όπως τα δουλεύει μέσα μας η μνήμη, που έχει τον τρόπο της να τα εξιδανικεύει. Εκεί, στα μέσα της δεκαετίας του ’80, είχα έρθει πρώτη φορά με τους γονείς μου στη Λίμνη. Πρέπει να είχαμε κατασκηνώσει κιόλας, αλλά δεν θυμάμαι ακριβώς πού. Τότε, πάντως, σίγουρα δεν υπήρχε το «φαινόμενο» μέδουσες, ούτε εφαρμογές στο κινητό με τίτλο Jellyfish of Greece. Και σίγουρα δεν υπήρχαν αυτά τα κίτρινα δίχτυα που ορίζουν σήμερα το τοπίο και προσπαθούν να τις κρατήσουν έξω από τα νερά των λουομένων.

Πεύκα-ομπρέλες, ή αλλιώς κουκουναριές. Τέτοια δέντρα βλέπεις στις Ροβιές, όπου βρισκόμουν πια. Κι αυτά αποτελούν ένα φυσικό φράγμα ομορφιάς μπροστά σ’ ένα αρχιτεκτονικά μπερδεμένο χωριό. Η βλάστηση όμως το σώζει, όπως και ο μεσαιωνικός πύργος του. Δέντρα πολλές φορές στραβωμένα από τον αέρα, που σε οδηγούν μέσα από τη σκιά τους ως τη γαλήνια ακτή. Εκεί, ένας μπαμπάς, πολύ αδύνατος, προχωρημένα πενήντα, έπαιζε αθόρυβα με το παιδάκι του, με υπομονή, χωρίς υστερία. Με το ένα μπράτσο κρατούσε το παιδί και στο άλλο χέρι ένα μπουκάλι Corona. Μετά στην παραλία ήρθε μια ομάδα, μάλλον Ελληνοαμερικανίδων. Είχαν αναλογίες Ελληνίδων, αλλά κραύγαζαν «όου γιές» σε άπταιστα αμερικανικά. Σκέφτομαι πως η φασαρία, αλλά και η ησυχία, αλλάζουν το τοπίο. Ήταν η ώρα του ηλιοβασιλέματος. Στην παραλία των Ροβιών, στην ταβέρνα του Σενιόρου, δεν υπήρχε μουσική. Κι αυτό σε πήγαινε πιο πίσω κι από τη δεκαετία του ’80, γιατί κι εκεί, απ’ όσο θυμάμαι, Νταλάρας, Πάριος και Αλεξίου έδιναν κι έπαιρναν στα μεγάφωνα παραθαλάσσιων ταβερνών. Πόσο ανακουφιστικό είναι αυτό το μικρό στοιχείο, η απουσία μουσικής όταν τρως και χαζεύεις το τοπίο, που, μεταξύ μας, θα έπρεπε να είναι αυτονόητο.

Το επόμενο πρωί ξύπνησα σ’ έναν παράδεισο. Το «Ρόδι» είναι ένας θαυμάσιος συνδυασμός προσωπικού γούστου, πείσματος και συνεχούς δουλειάς. Ένα μέρος όπου η ταμπέλα «boutique hotel» δεν αρκεί, κι αυτό γιατί πίσω απ’ όλα βρίσκεται η χαμογελαστή Βαγγελιώ και οι άλλες γυναίκες που εργάζονται αθόρυβα όλη μέρα για να κρατήσουν το επίπεδο ψηλά. Από τον κήπο και τη βεράντα μέχρι το πρωινό με τις σπιτικές λιχουδιές, όλα μαρτυρούν πως κάποιος έχει ασχοληθεί πραγματικά με τον χώρο. Εκεί τελείωσα τον Δόκτορα Φάουστους του Τόμας Μαν, εκεί έκανα τα τρία έργα που κοσμούν το σημερινό newsletter κι εκεί βρήκα κάτι πια τόσο πολύτιμο: την ησυχία.

Την ησυχία που τόσο ευλαβικά φρόντιζαν οι γυναίκες του «Ροδιού». Ξυπνούσα πολύ νωρίς, αφού κοιμόμουν και νωρίς, έκανα τις αναπνοές, τη γυμναστική μου και έβγαινα στη βεράντα με το βιβλίο μου, καλημερίζοντάς τες. Ήταν ήδη εκεί, αθόρυβες, να φροντίζουν το πρωινό και τον χώρο, χωρίς να διαταράσσουν αυτή την πρωινή γαλήνη. Μαζεύονταν λίγο πριν πιάσουν δουλειά και έλεγαν τα δικά τους πίνοντας καφέ. Μιλούσαν με μια ντόπια προφορά, τόσο οικεία και συγκινητική, που κάπως μου θύμιζε τη βόρεια Λέσβο. Σαν να άκουγα ξανά τις γυναίκες του Μολύβου των πολύ παιδικών μου χρόνων. Σαν να είχαν έρθει, για λίγο, εκείνα τα χρόνια στο σήμερα. Κι όλα αυτά χαμηλόφωνα, δήθεν για να μην με ενοχλήσουν, αφού με έβλεπαν να προσπαθώ να διαβάσω Τόμας Μαν. Δύσκολο βιβλίο, με τις φιλοσοφικές του προεκτάσεις που απαιτούν συγκέντρωση. Εγώ όμως προτιμούσα να τις ακούω. Και πάλι σκεφτόμουν αυτήν την «αθόρυβη συνέχεια», το πώς αυτές οι τόσο διακριτικές, χαμηλόφωνες γυναίκες κρατούν όλη αυτή την ατμόσφαιρα και την ποιότητα του «Ροδιού» σε μια διαρκή ισορροπία, χωρίς φασαρία, χωρίς να κάνουν τον κόπο τους θέμα. Κι ύστερα σκεφτόμουν πόσες γυναίκες, μέσα στα βάθη των χρόνων, έκαναν το ίδιο. Κράτησαν κάτι όρθιο χωρίς να το κάνουν ποτέ θέμα. Την παράδοση, τα μετόπισθεν, μια ολόκληρη καθημερινότητα. Κράτησαν τα πράγματα στη θέση τους πριν αυτά αρχίσουν να εκτροχιάζονται.


(Πορτραίτο του Glen Hansard απο τον Βορειοιρλανδό ζωγράφο Colin Davidson)

Λίγες μέρες αργότερα, Πέμπτη, 30 Ιουλίου, ξύπνησα πάλι νωρίς. Έξω φυσούσε. Έβαλα να ακούσω Glen Hansard. Είχε πεθάνει την προηγούμενη μέρα, στα πενήντα έξι του, σε τροχαίο με τη μηχανή του, λίγες ώρες μετά τη συμμετοχή του σε μια παραδοσιακή μουσική βραδιά στην παμπ The Wren’s Nest, στο Δουβλίνο. Μια κάποια συγγένεια με τον Cat Stevens, αλλά στο πιο ιρλανδικό, με όλη αυτή την υγρασία που κουβαλάει ο τόπος. Καλοφτιαγμένες μελωδίες με τα γνωστά, διαχρονικά υλικά και μια διαύγεια κρυστάλλινη, εύθραυστη. Μια ψυχή που πάλλεται και ξαφνικά σωπαίνει. Πόσο κρίμα.
Υπάρχει μια βαθύτερη θλίψη όταν φεύγουν οι τραγουδοποιοί. Είναι σαν σεισμογράφοι, καταγράφουν τις δονήσεις του κόσμου και τις δικές μας εσωτερικές μετατοπίσεις πολύ πριν τις καταλάβουμε εμείς. Γνωρίζουμε, μερικές φορές, πιο βαθιά κάποιους ανθρώπους μέσα από τον θάνατό τους. Ειρωνεία;
Τέσσερις μέρες αργότερα, στις 4 Αυγούστου, έγινε η κηδεία του στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Πατρικίου στο Δουβλίνο. Η Φινλανδή ποιήτρια, σύζυγός του, Maire Saaritsa, όμορφη μες το πένθος της, διάβασε ένα ποίημά της γι’ αυτόν. Ήταν εκεί ο Bono, ο Edge και ο Eddie Vedder. Ο Bono μίλησε στην τελετή και έπαιξε από το κινητό του ένα μήνυμα της Patti Smith. Ο Eddie Vedder με τη γάργαρη φωνή του, μαζί με τη Markéta Irglová, τραγούδησε το The Song of Good Hope. Στο κατευόδιο τραγούδησαν όλοι το ντυλανικό Forever Young. Το φέρετρο ήταν πλεγμένο από ιτιά, με την παραδοσιακή φυσική, ανοιχτή πλέξη του καλαθιού.
Την ίδια περίοδο, στην ευρύτερη περιοχή της Λίμνης Ευβοίας, υπήρχε ένα άλλο πένθος. Ένας νέος, πολύ αγαπητός στο χωριό, ήταν εγκεφαλικά νεκρός. Η μηχανή του είχε συγκρουστεί με αγριογούρουνο, φαινόμενο συχνό στην περιοχή. Λίγες μέρες αργότερα πέθανε. Κι έτσι, συνειρμικά, το μυαλό μου πήγε στην Κηδεία του Κώστα Παπανικολάου. Μια πομπή από μαυροντυμένους ανθρώπους προχωρά σε έναν παραθαλάσσιο δρόμο, κάτω από μια μεγάλη ελιά. Βαρκούλες αρμενίζουν. Δίπλα, κάποια φιγούρα κοιτάζει από το μπαλκόνι ενός ξενοδοχείου, μια άλλη στο κάτω μέρος του πίνακα δεν κοιτάζει καν την κηδεία. Ο θάνατος περνά μέσα από το καλοκαιρινό τοπίο και η ζωή συνεχίζεται σχεδόν αδιάφορη.

( Κώστας Παπανικολάου “Η κηδεία” 2008 αυγοτέμπερα σε κόντρα πλακέ θαλάσσης ©Συλλογή Σωτήρη Φέλιου)

 

Ψηλά, στο γυναικείο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου, που βρίσκεται κοντά και βορειοανατολικά από το παραθαλάσσιο χωριό Ήλια, περίπου δεκατρία χιλιόμετρα από τα Λουτρά Αιδηψού, μια άλλη ζωή, η μοναστική, συνεχίζεται. Τρεις μοναχές, παγώνια, ελάφια. Ένα θεσπέσιο μέρος. Η ηγουμένη Χρυσοστόμη, με το ωραίο, ευσεβές πρόσωπο, βρίσκεται εδώ και τριάντα χρόνια. Μια άλλη καλόγρια, πιο αυστηρή στην όψη, παριστάνει το «μάτι του Θεού», αδέκαστο, και κυνηγάει όποιον πάει να βγάλει φωτογραφίες. Σε κάνει να νιώθεις σαν απεσταλμένος του διαβόλου, αν τολμήσεις να το κάνεις. Κι όμως, πολύ πιο κοντά στο υπερβατικό πνεύμα του μοναστηριού ήταν το γκρουπ των Ουκρανών προσκυνητών. Ήταν τουρίστες, στην ουσία, με ξεναγό τη Νατάλια, που τους ακολουθούσε διακριτικά. Προσεύχονταν για τους στρατιώτες στο μέτωπο. Πολλά παιδιά, αδέρφια τους, πολεμούσαν εκεί. Η Νατάλια προσευχόταν κι έκλαιγε μαζί τους. Φιγούρες αξιοπρεπείς, φίνα και καθαρά ντυμένες, οι γυναίκες με μαντίλια στο κεφάλι. Ανάμεσά τους ένας εξηντάρης, ψαρομάλλης, με το χαρακτηριστικό παραδοσιακό πουκάμισο. Η πίστη και η προσευχή χωρίς διαμεσολάβηση, στην πιο καθαρή τους μορφή. Ο πόλεμος είχε φτάσει ως αυτό το ήσυχο μοναστήρι. Ήταν σαν σκιά στα πρόσωπα αυτών που περίμεναν τους δικούς τους να γυρίσουν.


Βράδιαζε όταν κατεβήκαμε στα Ήλια, παραθαλάσσιο χωριουδάκι, με κτίρια όπως να ’ναι, που όμως, με το φως της δύσης να προβάλλει επάνω τους, αποκτούσαν μια ωραία δραματικότητα. Οι άνθρωποι, μέσα σ’ αυτό το σκηνικό, έπαιζαν σε μια αργή παράσταση: θερμές πηγές, βεραμάν καμπίνες, σουβλάκια, λαϊκά στα ηχεία, παγωτά, ντουζιέρες. Μια σύνοψη του ελληνικού καλοκαιριού. Μια γυναίκα καθόταν σε ένα παγκάκι, συνοφρυωμένη. Τσακώθηκε; Κουράστηκε από κάτι; Είναι θλιμμένη μέσα σ’ ένα τόσο ωραίο σκηνικό. Ωραίο θέμα για πίνακα. Φωτογραφίζω διακριτικά, αλλά χωρίς ενοχές. Η αυστηρή καλόγρια κοιμάται πια στο μοναστήρι, επάνω στο βουνό.


Εγώ πάλι αποκοιμιέμαι, βλέποντας το Pauline à la plage του Rohmer. Οι ταινίες του μοιάζουν με λογοτεχνία. Conte d’été, δηλαδή «Καλοκαιρινή ιστορία». Μικρά παραθαλάσσια θέρετρα και καθημερινοί άνθρωποι μέσα σε φωτεινά τοπία. Ένα κορίτσι στην παραλία των Ροβιών μου θυμίζει από μακριά την Pauline. Την πιο αγαπημένη μου από τις «ηρωίδες» των ταινιών του.
Τα αγαπώ όλα αυτά τα κορίτσια. Έχουν έναν ερωτισμό ανυπόκριτο, μια αυθόρμητη φυσικότητα που δεν είναι στημένη. Είναι και πολύ έξυπνες. Έχουν αυτονομία και προσωπική βούληση. Κι όλα αυτά μέσα σ’ ένα καλοκαιρινό τοπίο, χωρίς τουριστική εξιδανίκευση. Δεν βιάζονται, μιλάνε και χαζεύουν το τοπίο. Ξεχάστε τα κινητά, δεν υπήρχαν για να σκρολάρουν. Κι όμως, πίσω απ’ αυτή την ανεμελιά υπάρχουν τα συναισθήματα, οι επιθυμίες, οι ζήλιες, η μοναξιά, η αμηχανία, οι μικρές στενοχώριες. Είναι πολύ κοντά σ’ αυτό που περιέγραψα παραπάνω, στα Ήλια, με τη γυναίκα στο παγκάκι. Pauline, Marion, Delphine, Margot και τα άλλα κορίτσια, μεταφερμένα από τη Νορμανδία των αθώων ’80s στη Βόρεια Εύβοια του δυσοίωνου 2026, θα μπορούσαν να ήταν απλά εδώ και να το απαλύνουν κάπως.


Στις 3 Αυγούστου, αργά το απόγευμα, πήγα για να φωτογραφίσω θέματα για υλικό που ίσως γίνει πίνακας. Ανέβηκα πιο βόρεια. Στο αυτοκίνητο ακούγαμε Brassens: Chanson pour l’Auvergnat. Η καμπυλόγραμμη, εκλεκτικιστική όψη των παλαιών κτιρίων της Αιδηψού, κυρίως των ξενοδοχείων, έρχεται σε αντίθεση με τις ορδές των σύγχρονων τουριστών που κατακλύζουν τη λουτρόπολη. Τους παρατηρώ πλαδαρούς, Βαλκάνιους αλλά και Βορειοελλαδίτες, να πλατσουρίζουν ευτυχείς μέσα στο φως του απογεύματος, εκπληρώνοντας το μικροαστικό τους αυγουστιάτικο όνειρο. Κι έτσι όπως είναι περιφραγμένοι με αυτά τα κίτρινα προστατευτικά για τις τσούχτρες, μοιάζουν σαν να έχουν εγκλωβιστεί, κοκκινωπές, ροζ, καφέ φιγούρες μέσα στο γαλάζιο, σε μια τεράστια παιδική πισίνα, παθητικά όμως και με ευχαρίστηση. Μόνη παρηγοριά για το μάτι: δυο κοριτσάκια που κάνουν μια αυτοσχέδια χορογραφία μπροστά σ’ έναν γραβατωμένο υπάλληλο ξενοδοχείου που τις χαζεύει, και μια μοναχική φιγούρα που κάθεται στο «Κύμα», αυτό το αέρινο, μεσοπολεμικό κομψοτέχνημα με τον δαντελωτό σκελετό.


Η Αιδηψός, υπό άλλες συνθήκες, θα μπορούσε να ήταν το Μπράιτον της Ελλάδας. Κι εδώ η φαντασία πρέπει να κάνει τη δουλειά της. Στον γυρισμό πάλι Brassens. Επιτέλους, έμαθα τι σημαίνει Les Croquants. Αρχικά η λέξη αναφερόταν στους εξεγερμένους αγρότες, αλλά εδώ, στο τραγούδι, στους φιλάργυρους χωριάτες, τους τσιγκούνηδες νοικοκυραίους. Είναι καλό να μαθαίνεις κάτι κάθε μέρα.


Το πρωινό της 4ης Αυγούστου, στον φιλόξενο μπαχτσέ του «Ροδιού», ολοκληρώνω την «Τριλογία» εκ του φυσικού. Βάζω τις τελευταίες πινελιές και απλώνω τη ζωγραφιά στον ήλιο να την δω. Λάδι σε καμβά εκ του φυσικού. Κάτι βγήκε, νομίζω. Μόνο που θα πάρει κάποιες ώρες να στεγνώσει. Αύριο πακετάρουμε, γιατί ολοκληρώνονται οι διακοπές στη Βόρεια Εύβοια. Θα μου λείψουν όλα, κι αυτά που δεν σας ανέφερα. Οι φίλοι, οι ασκήσεις με το Bullworker, το ότι δεν βιαζόμουν, τα πουλιά το πρωί, τα αμπελοφάσουλα και οι σαρδέλες στο Σενιόρο, και κυρίως χωρίς μουσική, η λογοτεχνία πριν από το πλούσιο πρωινό, τα χωριά μες στις συκιές, Καματριάδα, Ταξιάρχης, οι μελαγχολικοί Ωρεοί, η μουσική του 18ου αιώνα στα Κατούνια, τα ηλιοτρόπια, τα λευκά κρινάκια της θάλασσας. Αύριο θα πάρουμε τον δρόμο της επιστροφής. Καθώς θα οδηγούμε, η ζωγραφιά θα στεγνώνει.

Σας ευχαριστώ πολύ που με διαβάσατε.
Καλό φθινόπωρο

Write a Reply or Comment