στη ζεστή χώρα

Τώρα θα σας πάω πιο μακριά, στη Μέση Ανατολή, στο ταξίδι μου στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τον περασμένο Νοέμβριο. Βρέθηκα λοιπόν εκεί, ως εικονογράφος προσκεκλημένος της Διεύθυνσης Γραμμάτων του Υπουργείου Πολιτισμού, και πιο συγκεκριμένα στη Sharjah στη 44η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου, όπου η Ελλάδα ήταν τιμωμένη χώρα.

Στην Αθήνα, πριν φύγω, στον προαστιακό, πηγαίνοντας στο Ελ Βενιζέλος, σημείωσα τα εξής στο μαύρο Moleskine μου :
Τετάρτη
Φθινοπωρινός καιρός.
Στα social πανηγυρισμοί
για τη νίκη του Ζοράν Μαμντάνι.
Νομίζω τα έχω τακτοποιήσει όλα.
Μήπως εκεί κάτω είναι απαίσια;
Θα δούμε.
Χαίρομαι γιατί στο τσακ.
έχω μαζί μου το καινούριο βιβλίο:
“Όλος ο κόσμος ένα παράθυρο”.
Απέναντι μου ένας τύπος μιλάει:
«Κατάρα. Καρκίνος.
Μόνο αν φύγει.
Κρίμα το γαργαλητό στο σχολείο (!).
Θα παντρευτώ άλλη.
Το κάθαρμα της Πεντέλης”

Λεπτή φωνή, ροζ παντελόνι, ξενική προφορά βαλκανική.
Μετά σιωπή.
Στην Κάντζα έφυγε.
Νόμιζα πως μιλούσε στο hands free.
Τελικά μιλούσε μόνος.
Άλλος ένας σαλός του 21ου αιώνα.

Το ταξίδι ξεκινούσε, αν μη τι άλλο, λοξά και προμηνυόταν, το λιγότερο, συναρπαστικό.

Την πρώτη μέρα, πριν χαράξει, ξυπνάω στον 25ο όροφο ενός ξενοδοχείου. Ίλιγγος. Η φωνή του μουεζίνη στα μεγάφωνα, υποβλητική και λίγο τρομακτική. Πέντε φορές μέσα στη μέρα ακούγεται το κάλεσμα για προσευχή (adhan), η φωνή όπως βγαίνει από το χωνί παραμορφωμένη απλώνεται στην πόλη , ή για να το πω καλύτερα πάνω από την πόλη.  Ανεβαίνει από χαμηλά και χάνεται ανάμεσα στους ουρανοξύστες. Δημιουργείται αντήχηση. Κάτω, όλα μοιάζουν ακίνητα, βυθισμένα στη σκόνη και στη θολούρα. Η θάλασσα υπάρχει, το ξέρω, αλλά δεν φαίνεται ακόμη.  Είμαι εντελώς έξω από τα νερά μου. Νοσταλγώ ήδη τις, πιο ανθρώπινες, πολυκατοικίες, τις νεραντζιές και τα απαλά περιγράμματα των βουνών της Αθήνας.  Νιώθω χάλια.

Οι δρόμοι της Sharjah δεν περπατώνται. Τους διασχίζουν μόνο αυτοκίνητα. Λευκά Lexus, μεγάλα Nissan Patrol, περνούν ασταμάτητα. Οι πεζογέφυρες υψώνονται, σαν δίοδοι διαφυγής προς κλιματιζόμενα mall με ψυχρό γαλακτώδες φως. Όχι παιχνιδίσματα φώτων εδώ, ούτε παιχνιδιάρικες σκιές. Κάτω από αυτές τις πεζογέφυρες, η άσφαλτος καίει.
Μπαίνω στο ταξί για να πάω στο αγγλόφωνο σχολείο για την παρουσίαση. Οδηγός και συνοδηγός σκοτεινοί και αμίλητοι, εάν δεν ήταν ευγενικοί, θα ένιωθα ότι μ έχουν απαγάγει και με πάνε κάπου στο άγνωστο χωρίς βάρκα και χωρίς ελπίδα.
Από το παράθυρο βλέπω σειρά σαν σε κίνηση κάμερας travelling, προσόψεις μαγαζιών με, απίστευτα κιτς, χρωματιστές επιγραφές. Ευτελή και πλαστικά παντού. Η αραβική γραφή, ωστόσο , σε κάθε της μορφή έχει κάτι το γοητευτικό. Πότε φυτόμορφη και πότε σαν σπαθί  που γυαλίζει κάτω από τον καυτό ήλιο. Πιο πέρα, καταστήματα που πουλούν ζάντες και λάστιχα. Οι υπάλληλοι μέσα, με σαγιονάρες, σκυμμένοι σκρολάρουν στα κινητά τους. Μετά βουλκανιζατέρ το ένα δίπλα στο άλλο, φωτισμένα σαν σε έκθεση. Μοιάζουν με UFO που προσγειώθηκαν πρόχειρα στην άκρη της πόλης. Κόσμος, κυρίως άντρες, πάνε κι έρχονται, θα έλεγες, χωρίς σκοπό.
Τα παιδιά του ταξί με άφησαν στο σχολείο. Σε μια πιο ευπρεπισμένη περιοχή, είναι αλήθεια: Σωμόν κτηριακά συγκροτήματα, ιδιωτικά σχολεία , γκαζόν, πίδακες νερού. Με υποδέχτηκαν οι δασκάλες, το πρόσωπο τους μόλις που φαίνονταν , τα μαλλιά καθόλου, φορούσαν hijab , ήταν ευγενικές. Έκανα το λάθος να δώσω το χέρι μου σε μια από αυτές, ως ανταπόδοση ευγένειας (δυτικού τύπου όμως). Αυτή αμήχανα πήγε να τραβηχτεί, αλλά τελικά μου έδωσε το χέρι της για να μην νιώσω άσχημα. Στη Sharjah, ένα από τα πιο συντηρητικά εμιράτα των ΗΑΕ, οι δημόσιες εκδηλώσεις στοργής, όπως αγκαλιές και φιλιά, δεν επιτρέπονται ούτε για παντρεμένα ζευγάρια. Άνδρες και γυναίκες που δεν είναι συγγενείς κρατούν συνήθως μια ευγενική κοινωνική απόσταση. Στην αρχή ένιωσα ντροπή,  σαν να παραβιάζω έναν αρχαίο, αόρατο νόμο, κι ας μην υπάρχει πραγματικά κανένας νόμος που να απαγορεύει τη χειραψία. Είναι απλώς η παράδοση, η αίσθηση του τι θεωρείται σωστό σε αυτόν τον κόσμο. Κι εκείνη η στιγμή, ανάμεσα στο αβέβαιο χαμόγελο και τη δική μου αμηχανία, συνειδητοποίησα πόσο λεπτή είναι η γραμμή ανάμεσα στο επιτρεπτό και το αδιανόητο.
Ήταν τελικά όλοι , πέρα για πέρα, ευγενικοί, αλλά συγκρατημένοι, και οι άνδρες του ταξί και οι δασκάλες.

Το απόγευμα πήγαμε στον εκθεσιακό χώρο για το International Book Fair. Είχε ζέστη. Αποπνικτική μαζί με σκόνη, το air condition να δουλεύει φουλ σε όλους τους κλειστούς χώρους, πράγμα αφύσικο και το ίδιο ανθυγιεινό με τις εξωτερικές συνθήκες. Το τοπικό ένδυμα κυριαρχεί, kandura για τους άνδρες και abaya για τις γυναίκες .  Χαρακτηριστική, νομίζω, αυτή η φωτογραφία που πήρα, διακριτικά πάντα, στην είσοδο της Έκθεσης .
Αργότερα καθώς βράδιαζε, πήγα βόλτα στην Al Khan Beach. Είναι μια δημόσια ευθεία παραλία στον Αραβικό / Περσικό κόλπο, περίπου 600 μέτρα μήκος, με λευκή άμμο σαν πούδρα, και νερά που φαίνονται βαριά και γκρίζα. Υπάρχουν τουαλέτες, ντους και ξαπλώστρες, αλλά όλα δείχνουν φθαρμένα. Η παραλία έμοιαζε οργανωμένη, αλλά είχε μια ψυχρή, άδεια αίσθηση. Μπορεί να έφταιγε και η προχωρημένη ώρα. Ο ουρανός ήταν μωβ. Οι Ρώσοι λουόμενοι μάζευαν τα πράγματά τους και έφευγαν. Λίγο χοντροκομμένοι και αδιάφοροι. Η παραλία ησύχαζε. Η θάλασσα ακόμα και σε αυτό το καταθλιπτικό περιβάλλον είναι παρηγοριά ή μάλλον εξαιτίας αυτού.
Φωτογραφίζω


Καρεκλάκια στην άμμο την ώρα της δύσης του ηλίου, σε λίγο η παραλία θα αδειάσει


Τα πλάνα της επόμενης ημέρας περιελάμβαναν το Ντουμπάι.  Μόνο 25-30 χιλιόμετρα απόσταση από τη Σάρτζα , αλλά με την κίνηση κατά τη διάρκεια της μέρας, που σχεδόν πάντα έχει, φτάνει τη μια ώρα στην καλύτερη περίπτωση. Νύχτα, βέβαια, όλα είναι πιο καλά. Καθώς προχωράμε μέσα στην κίνηση, τζαμιά ξεπροβάλλουν μπροστά από τους γυάλινους ουρανοξύστες, σαν να είναι ένα κολάζ με εντελώς ξένα μεταξύ τους υλικά. Αντίθετα χρώματα, άλλες υφές, το γυαλιστερό και η τερακότα. Η πόλη φαίνεται χαοτική, αλλά οι ταξιτζήδες, Πακιστανοί ή Μπαγκλαντεσιανοί ως επί το πλείστον,  παραμένουν υπομονετικοί· έχουν μάθει να ζουν μέσα σε αυτόν τον ρυθμό, σαν να είναι φυσικός για εκείνους. Υπομένουν στωικά. Μας λένε ότι χαίρονται που μιλάμε αγγλικά, οι Ρώσοι πελάτες τους, δεν μιλούν καθόλου, ούτε χαμογελούν.

Ο ταξιτζής μας αφήνει σε μια αγορά που θυμίζει τα πέριξ της Βαρβακείου· στενά γεμάτα ζωή, μυρωδιές και χρώματα. Νιώθω  ήδη πιο άνετα. Ένα από τα δυο κορίτσια της παρέας μπαίνει να δει τα αρώματα· εδώ φτιάχνουν ό,τι ζητήσεις, απομιμήσεις ή συνδυασμούς πρωτότυπους. Εγώ μένω έξω, παρατηρώντας τα πάντα: προσόψεις των μαγαζιών, τα μπαχάρια, το σαφράν, τους χουρμάδες, τα κουρεία. Μαγαζάτορες κάθονται, οκλαδόν στο πεζοδρόμιο, με την πλάτη στον τοίχο ή στη τζαμαρία, εικόνα Ανατολής αλλά και Βαλκανική.

Εδώ και οι άντρες αγαπούν τα βαριά, έντονα αρώματα που υποβάλλουν την παρουσία τους όταν αυτοί που τα φοράνε στρίβουν στη γωνία ή μπαίνουν σε κανένα ασανσέρ.  .
Περνάμε σε ένα γωνιακό γιαπωνέζικο εστιατόριο, το Wokyo, που κοιτάζει το κανάλι με τα καραβάκια. Η ζέστη δυναμώνει· μπαινοβγαίνουμε στα μαγαζιά, και εγώ κοιτάζω παλιές φωτογραφίες της πόλης, πενήντα χρόνια πριν. Έρημος, λίγα κτίρια, σχεδόν τίποτα από το σημερινό σκηνικό. «In the sand, quietly waiting for its destiny» γράφει κάπου. Το κτίριο της Toyota του 74 ξεχώριζε μόνο του, πρώτα, μέσα στην αχανή αμμώδη επιφάνεια.


Τότε φαίνονταν σαν πρωτόλειο σκαρίφημα για ένα Burj Khalifa μέλλον που αργούσε, ακόμα, να έρθει.

Οι πολυώροφοι ουρανοξύστες, τελικά, ήρθαν, πολλά χρόνια αργότερα , τη δεκαετία του 90 και πιο πολύ την πρώτη δεκαετία του 2000. Τότε ξεφύτρωσαν όλα. Ακόμα και τώρα, και στο Ντουμπάι αλλά κυρίως στην, ακόμη υπό διαμόρφωση, Σάρτζα, βλέπεις παντού γερανούς που δουλεύουν νυχθημερόν.

Το στοιχείο της διαρκούς «καινουργίλας» με κάνει πάντα να νιώθω άβολα. Έχω συνηθίσει, να ψάχνω πάντα πίσω από το φαινομενικά «νέο» μια πιο παλιά ρίζα, καταγωγή, πηγή. Μια ρωγμή, μια προφορά, μια περίεργη συνήθεια, μου δίνουν τη βεβαιότητα μιας ασφάλειας και μιας υγιούς συνέχειας. Με μουδιάζει η ιδέα του καινούργιου χωρίς παρελθόν, αλλά και του καλοδιατηρημένου παλιού χωρίς ζωή, ως θεματικό πάρκο.

Εκεί που βρισκόμασταν, σχεδόν κανένα παραδοσιακό κτίριο δεν έχει επιβιώσει ατόφιο. Μόνο κάτι ανεμοπύργοι  (στα αραβικά Barjeel ή Badgir)  που είναι παραδοσιακά κτίσματα που χρησιμοποιούνται σε περιοχές με ζεστό κλίμα: ψηλός, τετράγωνος πύργος στην οροφή σπιτιών ή δημόσιων κτιρίων, ανοιχτός από περισσότερες πλευρές, που συλλαμβάνει τον άνεμο και τον κατευθύνει προς τα κάτω, στους εσωτερικούς χώρους. Τέτοια κτίσματα ίσως διασώζονται κάπως ή ανακατασκευάζονται στις μέρες μας. Κατά τ ’άλλα , όσα βλέπαμε στις αγορές και θαυμάζαμε ως «παλιό», στην πραγματικότητα, είναι σύγχρονες κατασκευές. Το Ντουμπάι, στην ουσία, είναι μια πόλη που ξαναγράφηκε από την αρχή.

Και μετά σκέφτομαι πόσο όλα αυτά θα μπορούσαν να είναι μια εικόνα των πόλεων στο μέλλον· όχι πολύ μακριά, αλλά αρκετά ώστε η ζωή να έχει οργανωθεί γύρω από τη ζέστη και την κλιματική αλλαγή. Δρόμοι και κτίρια εντελώς κλειστοί, συνεχές air condition, εξωτερικοί χώροι που γίνονται σχεδόν αδιάφοροι. Το Ντουμπάι μοιάζει ήδη σαν πρόγευση αυτού του μέλλοντος, μια χαοτική πόλη, που συνδυάζει τεχνολογία και ανάγκη επιβίωσης. Υπό αυτήν την έννοια, ναι, αυτή η μεγαλούπολη, σαν Gotham City ή σαν ένα δυστοπικό Λος Άντζελες  όπως παρουσιάζεται στο Blade Runner (φανταστείτε γυρίστηκε το 1981 και παρουσιάζει το L.A. του 2019 !), έχει πολύ ενδιαφέρον, από κοινωνιολογικής απόψεως. Συμβολίζει, επίσης, το πείσμα του αραβικού κόσμου να παίξει κυρίαρχο ρόλο στην παγκόσμια σκηνή. Κυριαρχία όμως, χωρίς δημοκρατική αφήγηση. Μιλάει τη γλώσσα της παγκοσμιοποίησης, αλλά μιας παγκοσμιοποίησης χωρίς πολιτικά δικαιώματα. Θέλει να βρίσκεται στο κέντρο του κόσμου, χωρίς να υιοθετεί τις ελευθερίες του.

Κοιτάζοντας το Ντουμπάι με τα μάτια ενός δυτικού ανθρώπου, κάποιου που ήταν παιδί την, καταπληκτικά, πλούσια δεκαετία του ’80, που ακούει όλη μέρα (και ελεύθερα) μουσική, και μεγάλωσε με αθυρόστομα ευρωπαϊκά κόμικς ή αριστουργήματα παλιών και νεότερων καλλιτεχνών από όλο το φάσμα της τέχνης, όλα του φαίνονται υπερβολικά και χωρίς νόημα. Η μπορεί να ανήκουμε, όλοι εμείς, σε μια εποχή που αυτή η αχανής πόλη, όλο led φώτα και διαστημικούς ουρανοξύστες σαν φουτουριστικά γλυπτά, έχει αφήσει πίσω της για πάντα. Αυτά σκεφτόμουν μέσα στο ταξί , όταν επέστρεφα, νύχτα πια, στην πιο ταπεινή και λιγότερο εντυπωσιακή, είναι αλήθεια, Σάρτζα.

Και μια τελευταία εικόνα, λίγο πιο ανθρώπινη, πριν κλείσω αυτό το, ας πούμε, οδοιπορικό στη «ζεστή χώρα». Εδώ μπορεί να μπει αυτό για soundtrack. To τελευταίο απόγευμα πριν πετάξουμε για Αθήνα, πήγαμε, μια μικρή ομάδα από την Ελληνική αποστολή, στην περιοχή γύρω από τη Maleha ( Μλέιχα προφέρεται). Είναι ένα μέρος με τεράστια αρχαιολογική σημασία, με ευρήματα που χρονολογούνται από τη Νεολιθική εποχή, που βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα της Αραβικής Ερήμου. Εκεί , μαζί μας, βρίσκονταν κι άλλα μέλη από τη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Σάρτζα, συγγραφείς, εκδότες , podcasters δημοσιογράφοι για το βιβλίο, από όλο τον κόσμο. Ήταν σχεδόν μεταφυσικό να τους βλέπεις όλους αυτούς να κατεβαίνουν από τα τζιπ και να περπατάνε ή να σκοντάφτουν ή να κατρακυλάνε στους αμμόλοφους την ώρα του δειλινού και να ουρλιάζουν και να παίζουν σαν μικρά παιδιά. Διανοούμενοι που αφέθηκαν να νιώσουν άγρια, καθαρή χαρά.

Μεταφερθήκαμε σ’ ένα μέρος για να φάμε . Είχαν πάγκους με όλα τα τοπικά εδέσματα: κεμπάπ, κιοφτέ, χούμους, αραβικές πίτες, χουρμάδες, σαλάτες με σως από ταχίνι. Σαν να ανταπέδιδε η έρημος για όλη την ταλαιπωρία με τα σκαμπανεβάσματα του τζιπ στους λόφους. Είχε βραδιάσει, ήταν μια ήσυχη μπλε νύχτα, ανέφελη με πολλά αστέρια. Είχαν ανάψει φωτιές.
Μετά, το φαγητό, άλλοι  κάθισαν σε χαμηλούς καναπέδες και κοιτούσαν ψηλά,  άλλοι αντάλλασσαν τσιγάρα, αναπτήρες και απόψεις (αλκοόλ δεν επιτρέπεται στη Σάρτζα). Άκουγες αγγλικά κυρίως. Υπήρχε ένα τηλεσκόπιο, όλοι μπήκαν σε μια σειρά για να κοιτάξουν μέσα από εκεί. Μια καμήλα τριγύριζε πιο πέρα. Οι ντόπιοι ανέχονταν μ’ ένα διακριτικό μειδίαμα την αφέλεια μας. Μια πανέμορφη έγχρωμη νεαρή Αμερικάνα με ένα πλατύ καπέλο και το αγόρι της , ένας φιλικός αλλά φλύαρος σκηνοθέτης από το L.A., μια πιο ηλικιωμένη Αγγλίδα με προφορά αποικιοκράτισσας, ένα συμπαθές ζευγάρι νεαρών Ισλανδών, εκείνη συγγραφέας βιβλίων μυστηρίου κι εκείνος πιο τεχνοκράτης, αλλά με καλλιτεχνικές ευαισθησίες, όλοι αυτοί , αλλά και άλλοι, περιφέρονταν αθώοι,  ελαφρείς κάτω από τα αστέρια του αραβικού ουρανού, του ουρανού γενικώς. Κι έτσι, για λίγες ώρες, η έρημος μας χωρούσε όλους, τις γλώσσες, τις ιστορίες, τις αυταπάτες μας και μας κρατούσε εκεί, μικρούς και περαστικούς, κάτω από έναν ουρανό που δεν ανήκε σε κανέναν.

 

Write a Reply or Comment